Τρίτη, 9 Οκτωβρίου 2012

Το κώνειον του Σωκράτους ... !!!


Το φυτό κώνειον το στικτόν. Αυτό ήπιε ο Σωκράτης και πέθανε!..

Ποιο ήταν -άραγε- το φυτό κώνειον που ήπιε ο Σωκράτης; Ποιοι άλλοι Έλληνες ήπιαν κώνειο; Πώς ήταν, αλήθεια, το τέλος του μεγάλου φιλοσόφου; Τι προηγήθηκε και τι ακολούθησε μετά την μεγάλη σιωπή; Ακόμη και σήμερα η ανθρωπότητα μένει σκεπτική και άφωνη μπροστά στο σημαντικό αυτό γεγονός, που σηματοδότησε όχι μόνον την ελληνική, αλλά και την παγκόσμια ιστορία!..
ΠΡΙΝ λίγα χρόνια ο γράφων βρισκόταν με τον γνωστό ιστορικό και φιλόλογο Γεώργιο Ντελόπουλο, συζητώντας διάφορα ιστορικά θέματα στο Θησείο των Αθηνών, την πιο γνωστή ονομασία του ναού του Ηφαίστου που αποτελεί και το καλύτερα διατηρημένο μνημείο των κλασικών χρόνων στην Ελλάδα.
Κάποια στιγμή κι ενώ η συζήτηση περιστρεφόταν γύρω από τον άδικο θάνατο του Σωκράτη, ο γνωστός γλωσσολόγος γυρίζει και μου λέει:
-- Έχεις δει κώνειο στη ζωή σου;
-- Όχι!
-- Θέλεις να δεις πώς είναι;
-- Βεβαίως και θέλω. Πού είναι;!
-- Νάτο, μου λέει, και μου δείχνει ένα φυτό που βρισκόταν ακριβώς στα πόδια μας και που το ανέμιζε μελαγχολικά το δροσερό αεράκι της Αττικής!
Ομολογώ συγκλονίστηκα και τότε θέλησα να διαβάσω περισσότερα για το περίφημο κώνειο που ήπιε ο Σωκράτης μετά την θανατική καταδίκη του από τους Αθηναίους κατηγόρους του!
Κώνειο, λοιπόν, για όσους δεν γνωρίζουν, στην πραγματικότητα είναι ένα φυτό που μοιάζει με το πετροσέλινο και λέγεται και βρωμόχορτο ή μαγκούτα. Τα σπέρματά του είναι πολύ δηλητηριώδη. Οι αρχαίοι, όπως είπαμε, το χρησιμοποιούσαν για να θανατώνουν τους καταδικασμένους σε θάνατο, ενώ σήμερα τα σπέρματα αυτού του φυτού χρησιμοποιούνται για θεραπευτικούς λόγους στη φαρμακευτική επιστήμη (1)
Σύμφωνα, λοιπόν, με τους ιστορικούς της αρχαιότητας, με κώνειο θανατώθηκε κι ο Σωκράτης. Πώς βλέπουν, όμως, το θέμα διάφοροι πανεπιστημιακοί διδάσκαλοι;
Κάποια μέρα, διαβάζοντας την «Ιστορία της Αρχαίας Ελλάδας» του Πανεπιστημίου του Καίμπριτζ, στάθηκα με ιδιαίτερη προσοχή στον 5ο τόμο του κολοσσιαίου αυτού έργου, αφού γίνεται μία σημαντική αναφορά στο τέλος του μεγάλου Έλληνος φιλοσόφου, όπως του Σωκράτους.
Όσες φορές και αν διαβάσει κανείς τα κείμενα που αναφέρονται στον Σωκράτη δεν μπορεί, παρά να προβληματιστεί για όλα όσα σκέπασε η αχλύς του μυστηρίου για τον μεγάλο αυτό φιλόσοφο. Τι θα έλεγε, λοιπόν, ο αναγνώστης εάν διαβάζαμε μαζί το παρακάτω απόσπασμα; Ελπίζω η τελική του κρίση να δικαιώσει τον γράφοντα!
Διαβάζουμε, λοιπόν:
«ΤΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ που ο Σωκράτης έμεινε στη φυλακή, δεχόταν καθημερινά τις επισκέψεις των φίλων του και συζη­τούσε μαζί τους. Δεν έδινε την εντύ­πωση ανθρώπου καταπτοημένου, που περιμένει με αγωνία την ώρα της εκτέλεσης. Κάθε άλλο, «ευδαίμων μοι ο ανήρ εφαίνετο και του τρόπου και των λόγων», βεβαιώνει ο Φαίδων στον ομώνυμο πλατωνικό διάλογο (58d). Την ίδια ακριβώς εντύπωση προξένησε και στον Κρίτωνα, όταν μία από τις τελευταίες ημέρες πριν από την εκτέλεση, τον επισκέφθηκε στη φυλακή, για να του προτείνει να δραπετεύσει (πρόταση που ο φιλόσο­φος απέρριψε, αφού θα σήμαινε έμπρακτη και επαίσχυντη αποκήρυ­ξη -μπροστά στο φόβο του θανά­του- όσων πίστεψε και τίμησε σ' όλη τη ζωή του [Πλάτων, Κρίτων, 46b-c]). Ο Ξενοφών βεβαιώνει (Απομν. Δ, VIII, 1-2) ότι πάντοτε θαύμαζε τον Σωκράτη «επί τω ευθύμως τε και ευ­κόλως ζην», ότι στη δίκη, αφού μίλη­σε «αληθέστατα και ελευθεριότατα και δικαιότατα», αντιμετώπισε την καταδίκη του σε θάνατο «πραότατα και ανδρωδέστατα». Αυτή την ψυχική διάθεση, αυτή την «ευκολία» και την «ευθυμία» διατήρη­σε έως τις τελευταίες στιγμές της ζω­ής του. Ο Πλάτων διέσωσε αυτές τις στιγμές, σε μία συγκλονιστική -και με όλη τη γνωστή πλατωνική λιτότη­τα- περιγραφή. Συνήθεια ήταν να εκτελούνται οι θανατικές ποινές το βράδυ, ύστερα από τη δύση του ήλι­ου. Από το πρωί, εκείνη την ημέρα, είχαν συγκεντρωθεί στη φυλακή οι φί­λοι του και συζητούσαν, όπως συνή­θως. Ιδιαίτερα συζητήθηκε, ως επί­καιρο, το θέμα της αθανασίας της ψυχής. Όταν τελείωσε η συζήτηση -πλησίαζε κιόλας το βράδυ- ο Κρί­των ζήτησε από το φιλόσοφο να του πει τις τελευταίες του επιθυμίες, αν θέ­λει να παραγγείλει τίποτε για τα παι­διά του, και ακόμη με ποιον τρόπο θέλει να τον θάψουν. Στην τελευταία αυτή μακάβρια ερώτηση, ο φιλόσο­φος απάντησε: «όπως θέλετε, αν μπο­ρέσετε να με πιάσετε βέβαια και δεν σας ξεφύγω». Και γελώντας κοίταξε τους άλλους και είπε: «Δεν μπορώ να πείσω τον Κρίτωνα, φίλοι μου, ότι εγώ είμαι αυτός ο Σωκράτης που συ­ζητάει τώρα μαζί σας και βάζει σε τά­ξη αυτά που λέγονται, αλλά νομίζει ότι είμαι εκείνος που θα δει σε λίγο νεκρό και ρωτάει πώς να με θάψει». Τελικά, αφήνει στο φίλο του την εκλο­γή να τον θάψει, όπως θέλει, και πήγε σ' ένα δωμάτιο για να λουστεί. Όταν λούστηκε, του έφεραν τα παι­διά του -είχε δυο μικρούς γιους κι έναν μεγάλο. Ήρθαν και οι γυναίκες του σπιτιού. Συζήτησε μαζί τους μπροστά στον Κρίτωνα και έδωσε τις παραγγελίες που ήθελε. Είπε ύστερα να φύγουν οι γυναίκες και τα παιδιά κι αυτός ήρθε κοντά μας. 0 ήλιος κόντευε κιόλας να δύσει, για­τί έμεινε μέσα πολλή ώρα. Ήρθε, λοι­πόν, κοντά μας και κάθισε λουσμέ­νος, αλλά δεν συζήτησε πλέον πολύ. Τότε ήρθε ο υπηρέτης των ένδεκα, στάθηκε κοντά του και του είπε: «Σω­κράτη, [...] σ' αυτό το χρονικό διά­στημα, έχω σχηματίσει τη γνώμη ότι είσαι ο πιο γενναίος, ο πιο πράος, ο πιο καλός άνθρωπος από όσους έχουν έρθει ως τώρα εδώ, και τώρα ξέρω καλά ότι δεν τα βάζεις μαζί μου, αλλά με κείνους που είναι αίτιοι -ξέρεις ποιοι είναι. Τώρα, ξέρεις βέ­βαια τι ήρθα να σου αναγγείλω, χαί­ρε και προσπάθησε να υπομείνεις αυ­τό που είναι ανάγκη, όσο γίνεται πιο εύκολα». 0 Σωκράτης τον κοίταξε και είπε: «Και συ χαίρε- θα κάνω αυ­τά που είπες». Ύστερα γύρισε προς εμάς και είπε: «Πόσο ευγενικός άν­θρωπος είναι. Πολύ σπουδαίος άν­θρωπος και δες τώρα με πόση γενναιοψυχία κλαίει για μένα. Αλλά έλα τώρα, Κρίτωνα, ας τον ακούσουμε και ας φέρει κάποιος το φάρμακο, αν είναι τριμμένο, αλλιώς ας το τρίψει ο άνθρωπος, που θα μου το δώσει». Και ο Κρίτωνας είπε: «Νομίζω, Σω­κράτη, ότι ο ήλιος είναι πάνω στα βουνά, δεν έχει ακόμη δύσει. Και ξέ­ρω ότι άλλοι το πίνουν πολύ αργά, όταν τους δοθεί η παραγγελία, αφού πρώτα δειπνήσουν και πιουν γενναία. Μερικοί το ρίχνουν και στο γλέντι, με πρόσωπα που τυχαίνει να επιθυμούν. Π' αυτό μη βιάζεσαι καθόλου. Έχου­με ακόμη καιρό». Αλλά ο Σωκράτης είπε: «Δικαιολογημένα, Κρίτωνα, κά­νουν αυτά εκείνοι που λες, γιατί νομί­ζουν ότι μ' αυτά τα καμώματα βγαί­νουν κερδισμένοι, αλλά κι εγώ δικαι­ολογημένα δεν θα τα κάνω, επειδή νομίζω ότι τίποτε άλλο δεν θα κερδί­σω, αν πιω το φάρμακο λίγο αργότε­ρα, παρά να γελοιοποιηθώ στα ίδια μου τα μάτια, προσπαθώντας με τό­σο ζήλο να γαντζωθώ από τη ζωή και να ενδιαφερθώ για κάτι που δεν υπάρχει πλέον. Αλλά έλα, άκου με και κάνε ό,τι σου λέω». Ο Κρίτων, χωρίς να πει τίποτε, έκανε νεύμα σ' έναν υπηρέτη του. Αυτός βγήκε έξω και ύστερα από κάμποση ώρα ήρθε μαζί με τον άνθρωπο, που επρόκειτο να δώσει το φάρμακο. Το είχε τριμμένο σ' ένα ποτήρι. Όταν τον είδε ο Σωκράτης είπε: «Έλα, φίλτατε, συ βέ­βαια ξέρεις καλά από αυτά, τι πρέπει να κάνω;» «Τίποτε άλλο», είπε, «παρά να το πιεις και να περπατήσεις, ώσπου τα σκέλη σου να γίνουν βα­ριά. Τότε να ξαπλώσεις και έτσι αυτό θα ενεργήσει μόνο του». Και λέγο­ντας αυτά του πρόσφερε το ποτήρι. Αυτός το πήρε πολύ ήρεμος, χωρίς κανέναν φόβο, χωρίς να αλλοιωθεί καθόλου ούτε το χρώμα ούτε η έκ­φραση του προσώπου του και, κοιτά­ζοντας τον λοξά με τα γουρλωτά του μάτια, όπως το συνήθιζε, του είπε: «Τι λες γι' αυτό το ποτό, επιτρέπεται να κάνει κανείς μια σπονδή ή όχι;» «Τόσο μόνο, Σωκράτη», είπε αυτός, «τρίβουμε, όσο ακριβώς χρειάζεται». «Καταλαβαίνω», είπε ο Σωκράτης, «αλλά βέβαια επιτρέπεται και χρειάζε­ται να ευχηθώ στους θεούς να είναι ευτυχής η μετοίκηση από εδώ στον άλλο κόσμο. Αυτό, λοιπόν, εύχομαι κι εγώ και είθε να γίνει έτσι». Και συγ­χρόνως λέγοντας αυτά έφερε το ποτή­ρι στα χείλη του και ήπιε όλο το δηλη­τήριο με μεγάλη αταραξία και ευκο­λία. Έως αυτή τη στιγμή, οι περισσό­τεροι από μας κάπως μπορούσαμε να κρατάμε τα δάκρυα μας. Όταν όμως τον είδαμε να πίνει το φάρμακο έως το τέλος, δεν μπορούσαμε πλέον. Κι εμένα του ίδιου, παρά την προσπά­θεια μου, τα δάκρυα έτρεχαν ποτάμι. Σκέπασα το πρόσωπο μου κι έκλαιγα τον εαυτό μου- όχι βέβαια εκείνον, αλλά τη δική μου κακή τύχη, που έχα­να τέτοιο φίλο. Ο Κρίτων, πριν ακόμη από μένα, επειδή δεν μπορούσε να κρατήσει τα δάκρυα, σηκώθηκε από τη θέση του. 0 Απολλόδωρος και προηγουμένως δεν είχε σταματήσει να δακρύζει. Τότε, όμως, ξέσπασε σε κοπετό και θρήνο, εκδηλώνοντας την αγανάκτηση του, κι έκανε όλων μας τις καρδιές να ραγίσουν, εκτός βέ­βαια του Σωκράτη, που μας είπε: «Τι είναι αυτά που κάνετε, περίεργοι άν­θρωποι. Εγώ γι' αυτό ακριβώς έδιω­ξα τις γυναίκες, για να μην κάνουν τέ­τοια ατοπήματα. Έχω ακούσει ότι οι άνθρωποι πρέπει να πεθαίνουν μέσα στη σιωπή. Γι' αυτό καθίστε ήσυχοι και κάνετε υπομονή». Εμείς ντραπή­καμε μ' αυτά που ακούσαμε και στα­ματήσαμε να κλαίμε. Αυτός έκανε βόλτες και όταν τα σκέλη του άρχι­σαν να βαραίνουν, όπως μας είπε, ξά­πλωσε ανάσκελα, γιατί έτσι του είχε πει ο άνθρωπος που του έδωσε το φάρμακο. Συγχρόνως, ο άνθρωπος, εγγίζοντας τον κατά διαστήματα, εξέ­ταζε τα πόδια και τα σκέλη. Κάποια στιγμή τού πίεσε δυνατά το πόδι και τον ρώτησε αν το αισθάνεται. Αυτός είπε όχι. Ύστερα πάλι του πίεζε τις κνήμες και προχωρώντας προς τα επάνω, μ' αυτό τον τρόπο, μας έδει­χνε ότι κρύωνε και πάγωνε. Είχαν κιό­λας αρχίσει να κρυώνουν τα κάτω μέ­λη της κοιλιάς του, όταν ξεσκέπασε το πρόσωπο του, που ήταν σκεπα­σμένο, και είπε αυτά τα λόγια, που ήταν και τα τελευταία του λόγια: «Κρί­τωνα, χρωστάμε στον Ασκληπιό έναν κόκορα- μην αμελήσετε να τον δώσε­τε». «Θα γίνει αυτό», είπε ο Κρίτωνας, «μόνο σκέψου αν έχεις τίποτε άλλο να παραγγείλεις». Σ' αυτήν την ερώτηση δεν έδωσε πλέον καμιά απάντηση, αλλά ύστερα από λίγο τον έπιασαν σπασμοί και ο άνθρωπος τον ξεσκέ­πασε. Tα μάτια του ήταν στυλωμένα ανοικτά. 0 Κρίτωνας, που το είδε, του έκλεισε το στόμα και τα μάτια. Αυτό ήταν το τέλος του φίλου μας, του πιο καλού, όπως μπορούμε εμείς να βεβαιώσουμε, και επιπλέον του πιο σοφού και πιο δίκαιου από όσους ανθρώπους τότε γνωρίσαμε» (2).

Η ΑΝΑΦΟΡΑ ΤΟΥ ΚΩΝΕΙΟΥ ΣΤΟ ΕΡΓΟ «ΚΡΙΤΩΝ»

Ο Κρίτων, σύμφωνα με την αρχαία ελληνική γραμματεία, ήταν ένας αρχαίος Αθηναίος φιλόσοφος και φίλος του Σωκράτη, που είχε οργανώσει την απόδραση του Σωκράτη απ' τη φυλακή, όταν τον είχαν συλλάβει με την κατηγορία ότι "εισήγαγε καινά δαιμόνια", έφερνε δηλαδή καινούριους θεούς και καινούριες δοξασίες.
Ο Πλάτωνας έγραψε τον περίφημό του διάλογο "Κρίτων", που αποτελεί ένα φιλοσοφικό διάλογο ανάμεσα στο Σωκράτη και τον πλούσιο φίλο του Κρίτωνα. Η συζήτηση γίνεται στη φυλακή, όπου βρισκόταν ο Σωκράτης μετά απ' τη θανατική του καταδίκη κι όπου είχε πάει ο Κρίτωνας για να του αναγγείλει ότι είχε προετοιμάσει το καθετί για τη δραπέτευσή του.
Στην επίσκεψή του αυτή προσπάθησε ο Κρίτωνας να πείσει το Σωκράτη να δεχτεί να δραπετεύσει, με το επιχείρημα ότι ο θάνατός του θα ήταν μεγάλη συμφορά και θα έφερνε πολλή θλίψη σ' όλους τους φίλους του κι ότι θα έδινε αφορμή στον κόσμο να πει ότι οι μαθητές του κι οι φίλοι του δε φρόντισαν για τη σωτηρία του δασκάλου τους, αν και θα μπορούσαν.
Ο Σωκράτης όμως έδωσε την απάντηση στον Κρίτωνα, λέγοντας ότι σ' όλη του τη ζωή είχε συνηθίσει να ρυθμίζει όλες του τις πράξεις και όλες του τις ενέργειες πάνω στη σωστή σκέψη και τον ορθό λόγο που του επιβάλλει να μην παίρνει στα σοβαρά και να μην τον ενδιαφέρει η γνώμη των πολλών και του όχλου.
Σημασία γι' αυτόν έχει η γνώμη των "επαϊόντων", εκείνων δηλαδή που έχουν διαμορφώσει μια σοβαρή γνώμη για τα διάφορα ζητήματα κι είναι γνώστες της κατάστασης. Ο όχλος, δηλαδή, μπορεί να κατηγορήσει τους μαθητές του Σωκράτη πως τάχα δε φρόντισαν για τη σωτηρία του φίλου τους, αν και θα μπορούσαν να τον φυγαδέψουν δωροδοκώντας το φύλακα, αλλά οι άνθρωποι εκείνοι που γνωρίζουν καλά τη σκέψη και τις ιδέες του Σωκράτη θα καταλάβουν ότι αυτό που έγινε, ο θάνατός του δηλαδή, ήταν κάτι το αναπόφευκτο. Γιατί, εφόσον η πολιτεία είχε αποφασίσει το θάνατο του Σωκράτη, αυτός έπρεπε να υπακούσει και θα έκανε αδίκημα απέναντι στην πατρίδα του αν καταπατούσε μια απόφασή της. Κι αν ακόμα ήταν άδικη η απόφαση της πατρίδας να πεθάνει με κώνειο, δηλητήριο δηλαδή, αυτός δεν έβλεπε γιατί θα έπρεπε ν' ανταποδώσει την αδικία με άλλη αδικία. Βρίσκει μάλιστα την ευκαιρία ο Σωκράτης να κατηγορήσει όλους εκείνους που χρησιμοποιούν βία εναντίον της πατρίδας τους, γιατί η πράξη τους αυτή είναι ανόσια και βρομερή, τονίζοντας ότι "μητρός τε και πατρός και των άλλων προγόνων απάντων τιμιώτερον εστίν η πατρίς". Η πατρίδα δηλαδή είναι το πολυτιμότερο πράγμα στον κόσμο ακόμη κι απ' αυτή τη μητέρα, τον πατέρα και όλους τους προγόνους.
Αρνήθηκε λοιπόν ο Σωκράτης να διαφύγει το θάνατο που η πολιτεία του επέβαλε και προσπάθησε με πλήθος επιχειρήματα να πείσει τον Κρίτωνα ότι με κανένα τρόπο δε θα δεχόταν να δραπετεύσει, εφόσον αυτό θα ήταν αδίκημα προς την πολιτεία. Κι ο Κρίτωνας στα επιχειρήματα αυτά δε βρήκε τίποτα να πει κι αναγκάστηκε να παραδεχτεί ότι: "Αλλ' ω Σώκρατες ουκ έχω λέγειν".

ΑΡΧΑΙΟΙ ΠΟΥ ΗΠΙΑΝ ΤΟ ΚΩΝΕΙΟ!

Εύλογο είναι το γεγονός, ότι το κώνειο, που έπιναν οι καταδικασθέντες σε θάνατο Αθηναίοι, έμεινε στην ιστορία ως «προϊόν θανάτου», που δεν το ήπιε μόνον ο Σωκράτης, αλλά και άλλοι μεγάλοι άνδρες, μερικούς ε των οποίων αξίζει τον κόπο να μνημονεύσουμε:

1. ΘΗΡΑΜΕΝΗΣ
Είναι γεγονός, πως όταν την Αθήνα την πολιορκούσε ο Λύσανδρος, ο Θηραμένης ήταν ανάμεσα σ' εκείνους που πήγαν στον πολιορκητή για διαπραγματεύσεις. Καθυστέρησε όμως προδοτικά, ώστε οι Αθηναίοι ν' αναγκαστούν, εξαιτίας της αρρώστιας που τους μάστιζε, να παραδοθούν και να συνθηκολογήσουν. Ο Λύσανδρος φρόντισε να τον εκλέξουν έναν από τους τριάντα τυράννους. Επειδή όμως ήρθε σ' αντίθεση με τον Κριτία, οδηγήθηκε στο δικαστήριο όπου και καταδικάστηκε να πιει το κώνειο. Λένε πως, αφού ήπιε το δηλητήριο, έχυσε τις τελευταίες σταγόνες στο πάτωμα και είπε: "Κριτία τω καλλίστω" (Για τον ομορφονιό Κριτία) και πέθανε!

2. ΦΙΛΟΠΟΙΜΗΝ

Πολλοί θα έχουν διαβάσει για τον περίφημο στρατηγό της Αχαϊκής Συμπολιτείας Φιλοποίμενας, που έζησε από τα 253 έως τα 183 π.Χ. Στην εποχή του, η Σπάρτη αναγκάστηκε να μπει στο συνασπισμό, μετά από την ήττα του τύραννου της Σπάρτης Μελανίδα και του διαδόχου του Νάβι.
Καταγόταν από τη Μεγαλόπολη και ήταν φρόνιμος, γενναίος και συνετός. Τον ονόμασαν "τελευταίο των Ελλήνων", γιατί ανήκε στη σειρά εκείνη των μεγάλων ανθρώπων που είχαν εργαστεί για την ένωση και τη σωτηρία του έθνους κι έπεσε πολεμώντας για τις ιδέες του αυτές.
Όταν οι Σπαρτιάτες επαναστάτησαν και αποστάτησαν από την Αχαϊκή Συμπολιτεία, ο Φιλοποίμενος πήγε στη Σπάρτη, την κυρίεψε, κατάστρεψε τα τείχη της και κατάργησε τους νόμους του Λυκούργου.
Τότε οι Ρωμαίοι με ανθρώπους τους σήκωσαν σε αποστασία τους Μεσσήνιους, που ο Φιλοποίμενος προσπάθησε να μεταπείσει. Τον συνέλαβε όμως αιχμάλωτο ο Μεσσήνιος στρατηγός Δεινοφάνης και τον θανάτωσε δηλητηριάζοντάς τον με κώνειο.
Το θάνατο του "τελευταίου Έλληνα" τον θρήνησαν χιλιάδες άνθρωποι. Ήταν γενναία ψυχή, γεμάτη ενθουσιασμό, ευγένεια και αγάπη για την αγαπημένη του πατρίδα!

3. ΦΩΚΙΩΝ

Ο Φωκίωνας, ήταν ένας αρχαίος στρατηγός και πολιτικός (402 -317 πΧ), γιος φτωχής οικογένειας της Αθήνας, ήταν ένας από τους λίγους πολιτικούς και στρατιωτικούς, που διακρίθηκαν για τη φρόνηση και χρηστότητά τους. Ανδρείος, γενναίος και ικανός στρατηγός και πολιτικός, επονομάστηκε "Φωκίων ο Χρηστός".
Λέγεται ότι ήταν αντίπαλος της πολιτικής του Δημοσθένη και υποστήριζε την ειρήνη ανάμεσα στους Αθηναίους και τον Φίλιππο, το βασιλιά των Μακεδόνων. Παρόλη όμως την προσπάθειά του ν' αποτρέψει τον πόλεμο ανάμεσά τους, όταν ο Φίλιππος βάδισε εναντίον των Αθηναίων, ο Φωκίωνας ως αρχηγός του στόλου τον ανάγκασε να υποχωρήσει. Μετά τον άτυχο για τους Αθηναίους Λαμιακό πόλεμο ο Φωκίωνας στάλθηκε για διαπραγματεύσεις στον Αντίπατρο. Όταν μετά από το θάνατο του Αντίπατρου, οι Αθηναίοι ζήτησαν από τους Μακεδόνες, που στην εποχή του Αντίπατρου είχαν εγκατασταθεί στον Πειραιά, να φύγουν, αυτοί με τη βοήθεια του Κάσσανδρου κατέλαβαν τον Πειραιά. Γι' αυτό θεωρήθηκε υπεύθυνος ο Φωκίωνας, που σε ηλικία 87 χρονών καταδικάστηκε να πιει το κώνειο. Λίγο αργότερα όμως, οι Αθηναίοι μετάνιωσαν για την άδικη καταδίκη του συνετού Φωκίωνα και του έστησαν ανδριάντα, ενώ καταδίκασαν σε θάνατο εκείνον που τον είχε κατηγορήσει!

ΤΟ «ΚΩΝΕΙΟΝ» ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ!

Βεβαίως ο Ιησούς, που είχε κι Αυτός την μοίρα του Σωκράτους, να καταδικαστεί δηλαδή σε θάνατο, μετά από μία απαράδεκτη δίκη, δεν ήπιε ασφαλώς το κώνειο, αλλά «όξος μετά χολής μεμιγμένον», όπως τουλάχιστον μαρτυρεί το Ευαγγέλιο κατά τον σταυρικό θάνατό Του:
«Και ελθόντες εις τόπον λεγόμενον Γολγοθά, ο εστι λεγόμενος κρανίου τόπος, έδωκαν αυτώ πιείν όξος μετα χολής μεμιγμένον και γευσάμενος ουκ ήθελε πιείν» (3).
Ιδού, λοιπόν, γιατί διερωτώμεθα πώς και γιατί υπήραν τόσες ομοιότητες, αλλά και διαφορές μεταξύ ενός ανθρώπου και ενός Θεού, όπως ήσαν ο Σωκράτης και ο Ιησούς Χριστός!..


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
1. Κώνειο (Conium). Γένος διετών, δηλητηριωδών φυτών της οικογένειας των σκιαδοφόρων. Ο πιο γνωστός αντιπρόσωπος του γένους είναι το είδος Conium maculatum, ιθαγενές της Ευρώπης. Πρόκειται για πόα με λείο και κοίλο βλαστό, ύψους έως 3 μ., με πράσινο χρώμα που φέρει πορφυρές ή μαύρες κηλίδες στη βάση. Έχει πτεροσχιδή, μεγάλα, κατ’ εναλλαγή φύλλα και λευκά άνθη με πέντε πέταλα, οργανωμένα κατά σκιάδια στην άκρη των βλαστών. Το κώνειο ανθίζει από τον Μάιο έως τον Αύγουστο και αναδίδει μία ιδιαίτερα δυσάρεστη οσμή. Αυτοφύεται σε όλη την Ελλάδα, σε σκιερές θέσεις και γόνιμα εδάφη. Το κώνειο είναι γνωστό από την αρχαιότητα για τις δηλητηριώδεις ιδιότητές του, οι οποίες οφείλονται στην αλκαλοειδή ουσία κωνεΐνη ή κωνιίνη που περιέχει, την οποία χρησιμοποιούσαν για την εκτέλεση των καταδικασμένων σε θάνατο. Ο Θεόφραστος αναφέρει ότι επιφέρει τον θάνατο χωρίς πόνους. Από την ιστορία είναι γνωστή η θανάτωση του Σωκράτη με χυμό από κώνειο («Δομή»).
2. Πλά­των, Φαίδων, 116-118, μτφρ. Γ. Κουχτσόγλου, εκδ. Εταιρεία Ελληνικών Εκδόσεων.
3. Ματθ. 27, 33-34.

Αναρτήθηκε: 30/07/11 21:58

πηγή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου